ΣΤΙΧΟΙ

Στίχοι – Χωρίς κανόνα  

απο τον δισκο – επος του εμφυλίου στην αστική μας φύση

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Εδώ στα χαρακώματα,
πάει καιρός που αρχίσαμε να μελετάμε τους ανθρώπους
μέσα από αυτά τα γκρίζα πλαίσια
που συμπιέζουν τη ζωή
και αυξάνουν τον ρυθμό τους.
Μα ο ρυθμός αυτός δεν θα είναι ποτέ μελωδικός
έχει μαέστρο τη trash κουλτούρα
όταν αναπαράγουν ανάγκες και θορύβους
και άλλα επιπλέον σκουπίδια.
Όπως και εμένα άλλωστε
το σύστημα μετά τη χρήση και τη διαπίστωση
ως μη εμπορεύσιμο και παραγωγικό προς όφελός του
θα με αφήσει στο περιθώριο,
ήσυχο 
Και όλα αυτά αντανακλούν στη βιτρίνα του κόσμου
που καθημερινώς γυαλίζουν παιδιά.
Πάρε μια πέτρα από τα τείχη των ταξικών διαχωρισμών και ανισοτήτων
και έπειτα μη διστάσεις.
Οι σειρήνες καλούν στο χώρο των τεράτων
με τα σκουλήκια να χτίζουν τα πελώρια είδωλά τους
που όταν διψούν για νέο αίμα, τραβάνε τις ζωές μας πάνω στο τραπέζι
μα εκείνη δεν ξεχνά το πρώτο δρόμο που έπαιξε
και τις κομμένες φλέβες της.
Και όταν με πείσουν πως ο κόσμος αυτός δεν αλλάζει
και πως εγώ στριμωγμένος κοιτούσα απ’ το μικρό μου περβάζι
τότε σύντροφοι και αδέρφια
θα έρθουν να με πάρουν πίσω στα αστέρια.

ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΜΙΑ ΜΕΡΑ
Ξυπνάει η μέρα αρρωστημένη στο πυρετό από τη χθεσινή
και από το σούρουπο ηττημένη ως την μάχη την αυγή,
εδώ που ξαποσταίνει η άπνοια
στο κάστρο της αδημονείς για ανέμους λογικής μου
στο θόρυβο του πρέπει που κατάπιε τη φωνή μου
φθαρτό περιεχόμενο
στο τσιμεντένιο κουτί διερμηνιοντας μονόλογο
του ηλίθιου λεγόμενα στο πενιχρό εαυτό του
τη νύχτα που τυφλώθηκε στο νου του απ’ το φως του
μέσα στην στενή μου κάρα 
που σαν στερεύει ο άνεμος απλώνει η αντάρα
και όταν θα σκαλώσει ο ήλιος και από το όνειρο ξεφύγω
στις κομμένες καλημέρες που τα μάτια μου ανοίγω ,
ποιος είμαι και πού πάω
πριν το χάος αντικρίσω
να ανακτήσω τις δυνάμεις μη τυχόν και υποκύψω
κοιτάω και νιώθω ξένος
φορέας δυσαρέσκειας μητέρα για το μένος 
και εκεί  με πιάνει λύσσα
και αρχίζω παραλήρημα στην απλωμένη πίσσα
που ο νους είναι ιθύνων 
όταν δοθεί το έναυσμα
μέσα στη μήτρα κτήνων που γεννάται το συμπέρασμα
πολεμάω με ουτοπίες τα επιτεύγματα πλαστών
θέλει θράσος να ονειρεύεσαι σε κόσμο υπνοβατών
νέος αιώνας ψύχους
το νιώθω το βλέπω στο βλέμμα του πλήθους 
αίμα θέλω να με σώσει
το παιδί που αφήνω πίσω κυνηγάει να με σκοτώσει 
καραδοκεί ο περίγυρος για να θαυμάσει πτώση
σε κοινωνία θεάματος
το πρότυπο συναίσθημα είναι εκείνο του θηράματος
στου μηχανισμού τα δόντια σαν μυούμαι καθ’ εικόνα
λιγότερο μια μέρα κι όμως ζωντανοί ακόμα
με κραυγές ελευθερίας
που απαντούν με δακρυγόνα
μα δάκρυ από τα μάτια μας δεν κύλησε σταγόνα
ας πεθάνω για μια λύση απ’ το να ζω σε πολυθρόνα
 
 
 
ΘΟΡΥΒΟΥ ΠΥΘΜΕΝΑΣ
Όμηροι μιας εποχής που μας απόκοψε από το χάδι
με προτάγματα ζωής σκιτσογραφώντας  το σκοτάδι.
Μες στις όρθιες ορθογώνιες πολυώροφες σκεπές 
Όπου πεθαίνει ο πλησίον μας σφραγίζουν οι κραυγές 
μέσα απ’ τα τείχη των κτιρίων για ανάσα εξορμήσεις
μα ασφυκτικά τα κτήρια γέμισαν διαφημίσεις 
Σαν φάρος στο σκοτάδι φωτεινές επιγραφές 
Καραδοκούν στα εσώτερα σκέψης καπηλευτές
Πλαστό έφτιαξαν το λόγο τους αποκτώντας απήχηση
Του θορύβου ο πυθμένας σε μπλοκαρισμένη κίνηση 
Στης πόλης το ρυθμό
σκοπός τους να ταράξουν το προσωπικό σου ειρμό 
από τον υποκινούμενο συρόμενο οχετό
ένα με την αρέσκεια κι ένα με το συρθερτό
παράνοια βλάστησαν εκθειάζοντας μπετό 
Χαρούμενοι με σκόνες μίζερης πολυτελείας 
και άλλοι μες στις σκόνες μίζερης πολυκατοικίας
μόνο κοινό τους αίσθημα είναι της καλαισθησίας
μου είπαν  να δω την ομορφιά μες στα γαλάζια τους μάτια 
μα άλλοι μισούν στο σώμα τους γαλάζια κομμάτια 
Από τα μη πολιτισμένα μυαλά εφησυχασμένα
άπειρων νούμερων  στη πρόσθεση που αθροίζουνε μηδέν
των ανθρώπων καθρέπτης σε κοινωνία λούμπεν 
που γυρεύουν επαφή μα τους στοιχειώνει η επιθυμία 
σαν τη μοναξιά που αγάπησε την τρίτη ηλικία 
δες τον ρόλο των αστών
γκρίζα φιγούρα χάρτινη σε θέατρο σκιών
χάρτινη και η αφή θεών
στο δρόμο ανθρώπους κοιτώ
Και αυτοί κοιτάνε την ζωή τους σαν να πέφτουν στο κενό 
κίτρινο έγινε το χρώμα τους μόλυναν το μελάνι μου 
νύκτες με βρήκαν εύκαιρο στην εθισμένη πλάνη μου 
και οι στίχοι μου σαν έκφραση όψη πήραν θλιμμένη 
και με την σκέψη μου όμοια με τέχνη αφηρημένη
παίρνω έμπνευση από το πλήθος που αφηρημένα βαίνει
μηχανικά αναλώνεται και αμήχανα πεθαίνει
 
 
ΠΕΣΟΝΤΕΣ ΑΓΓΕΛΟΙ
Είδα να πέφτουν οι αγγέλλοι
όπως πέσαν τα όνειρά μας μες στην αστική αγέλη 
κομπάρσος με το χρώμα  ποτισμένο απ’ το μοτίβο
εκεί που δεν με ακούει κανείς μόνος μου κάθομαι και βρίζω
μέσα μου θαμμένα τα κοιτάσματα του μίσους 
για τη τάση αυτή του πλήθους
πρώτα σε θέση άμυνας μετά εξωθώ σε ήχους
φωνές με οδηγούν «Μην ακολουθάς  τα χνάρια»
εκείνοι που τα αφήσανε ξάπλωσαν στα παζάρια.
Δώσε τόπο στην οργή μέσα σου να εξαπλωθεί 
σαν έρθει εκείνη η στιγμή να γίνει φόβος και απειλή
Να μείνει και να αντισταθεί στα προτάγματα ζωής 
απ’ το κουτί εκείνο μέσα στα χέρια της Πανδώρας
το θαύμα αυτό που έφτιαξε ετούτος ο αιώνας,
βιτρίνες φωτεινές εναλλασσόμενης εικόνας
το πρότυπο στη ταύτιση σε πλάθει αλαζόνας .
και αργή η αναγέννηση
σκοταδισμός και οι άνθρωποι που αισθάνονται είναι εξαίρεση.
Εξωθεί το περιβάλλον την  εικόνα από μέσα 
Το ψύχος γύρω είδες  χειμώνες που σκέπαζαν έφηβες Αλκυονίδες.
Εθισμός στη φαντασία που και που η αλήθεια φθείρεται
δαμάζοντας το τέρας που στα σώθικά μας κρύβεται
καλύπτοντας αισθήσεις
το πιο όμορφο που έφτιαξα ήταν οι παραισθήσεις
Είδα το αδιέξοδο αφού έφτασα στα άκρα
πιο σιχαμένη γεύση ήταν εκείνη απ’ την σάρκα
Διεστραμμένη λογική
στο κήπο μέσα του προφήτη μας χλευάζουν οι κουφοί.
 
 
ΜΕΡΕΣ ΥΣΤΕΡΙΑΣ
Σκαλίζω την αλήθεια πυκνά συχνά συνήθεια 
μες στο μανίκι μου άσσος η ανάσα μες στα στήθια 
κι έτσι όπως στερεύει
μέρες σαλεύουν κατά εδώ που η γκαντεμιά φιλεύει,
με μουδιασμένους μύες
κλονισμοί και συνεδρίες 
Νανούρισμα στον ύπνο μου βαριές ταχυπαλμίες 
απ’ τις νύχτες που οι σειρήνες πήραν πρόσωπα και φεύγουν, 
είναι οι νύχτες που οι εφιάλτες για το θύμα τους διαλέγουν 
ακρωτηριασμένα χέρια μα για αγάπη ζητιανεύουν
μάτια θέλουν να καλύψουν που άγρυπνα χαζεύουν
το άρρωστο το χρώμα που μοναχά ταυτίζει 
ό,τι πονά δίχως πληγή μαζί και ό,τι μαστίζει
Πρωτόγνωρο συναίσθημα μα κάτι μου θυμίζει 
Σαν άνδρας στο δωμάτιο που μοναχός δακρύζει
Στο κέλυφος μου αμίλητος κλεισμένος εκκολάπτομαι
Φωλιάζω στην ανάμνηση και σε ό,τι άλλο βλάπτομαι.
Στην άμμο της κλεψύδρας που έχτιζα τα κάστρα
ευχές λέω μπερδεύοντας την διάθεση με άστρα.
Στις πλάτες μου μετρώ ουλές
σαν φιλικές υπογραφές και όλα κατάλοιπα του χθες 
εκεί που η έξοδος κινδύνου είναι αυτοσχέδιες θηλιές
Ζητώντας να ριζώσει μέσα μου το νηπενθές 
Μηχανές χαρτογραφούν στα ημισφαίρια του μυαλού μου
τα αλλοιωμένα τοπία
στη πλανεμένη σκέψη μου στερεύει η ισορροπία
κι όλα κυλούσαν έτσι μα είχα κάτι ανασφάλειες 
στις μεθυσμένες μέρες οι αισθήσεις μου νηφάλιες
παρέα και οι εμμονές μου 
Και ο πανικός σολάρει στις ευαίσθητες χορδές μου
Στης λογικής το ήμισυ χωρίς κανόνα αφύπνιση 
Αν τα media πουλάνε την αυτοκτονία ως είδηση θα ψάξω άλλο τρόπο 
στης θλίψης το λαβύρινθο η φυγή δεν κάνει κόπο.
Και πάντα μου απορούσα
όσοι μου γύρναγαν τη πλάτη είπαν πισώπλατα χτυπούσα
μα αναμενουν τον ύπνο
καθώς χωνεύω λόγια απ’το μυστικό μου δείπνο.
 
ΜΟΥΤΖΟΥΡΑ
Με σύννεφα μαύρα που από πάνω μου ανοίγουν 
στο συλλογισμό μου αλλάζουν και τις σκέψεις μου εκδίδουν
σαν βιβλίο ανοιχτό
που γυρνάω τη σελίδα μήπως και προφυλαχτώ
Πότε σαν πρωταγωνιστής όλοι εμένανε μισούν
και άλλοτε πάλι σαν κομπάρσος ούτε καν που με κοιτούν 
μέσα από τη προοπτική των γύρω μου νοικοκυριών
επιχρωματισμένων κακόγουστων πινελιών
με όρθιες αντένες 
που εκπέμπουν και μπλοκάρουνε του νου μου τους αδένες 
ποτέ μελάνι στέρευε δε σχεδιάζαν πένες
και είναι οι χαρές που λείπανε σελίδες φαγωμένες.
Άθλιο σκίτσο στο χαρτί με τα χρόνια κιτρινίζω και μουλιάζω στη βροχή 
που τα φύλλα παρασέρνει ο αέρας τους χειμώνες
και περνούν κεφάλαια γρήγορα με έντονες εικόνες.
Απ’ τις μόνες τις φορές που έζησα τον κορεσμό
στων ονείρων μου το κράμα
το βαθύ μου στοχασμό.
Στη πεντάμορφη ζωή τους μεταμορφωμένο τέρας εκπνέοντας φωτιά
με κέρατα που άνθισαν σαν μου ‘κόψαν τα φτερά .
θύμα γελοιογραφίας προσώπου πολιτικού
κατά βάση του σχεδίου και μοντέλου αρχικού
με σχεδίασαν σκυφτή
αρεστή να φιγουράρω μια γκραβούρα σιωπηλή
μα αυτοβιογραφία μου αντί μίζερου βίου 
κρυμμένος  στις σκιές ενός ελεύθερου σχεδίου
 δεν γύρεψα στα χέρια μου για χαραγμένη μοίρα
 σαν πνίγομαι διπλώνω και ορμάω στην αλμύρα 
δαιμόνι σε εικόνισμα ταράζω δεσποτάδες
 μελάνι που δε στέρεψε και δίνομαι σε αράδες
και γύρω μου φιγούρες
 που χρώματα μου δίνουνε
γυρνάω να τα αντικρύσω το αντέχουν και με σβήνουνε
και ξεθωριάζω μέσα μου
συμπέρασμα εμπόλεμο και αφήνομαι κομμάτια 
σκόρπια στο χαρτοπόλεμο και ας μείνω μια μουτζούρα
κι άθλιο σκίτσο στο χαρτί
και ό,τι αλλιώτικα ανασαίνει να κρατάω για ζωή
αντίθετα στο κάδρο με τα φιλοτεχνημένα
στα υπόλοιπά τους σχέδια τα επιτυχημένα 
σε χέρια που τους άρπαξαν και είναι όλα βολεμένα
αυτά που τους ξεφύλλισαν άφησαν αποτύπωμα 
σε ράφια τους ξεφτίλισαν με δυο μάτια κλεισμένα
να ζούνε μέσα στα καρέ σενάρια εσκεμμένα
κόντρα είναι ο ρόλος μου και ταιριαστός σε ‘μένα  
γυρνώντας μες το κόσμο σαν σημείο μελανό
να γυρεύω μόνο τρόπους για να εξιλεωθώ
μα με έπλασαν αλήθεια δυο χέρια παιδικά γι’αυτό
και η λύτρωσή μου θα ‘ναι μόνο η φωτιά.
 
ΕΠΟΣ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΜΑΣ ΦΥΣΗ
Φέρνω την αλήθεια που δεν σου είπαν στα σχολεία 
πώς θα σου φαντάζει η βία
σαν δύσβατος μονόδρομος προς την ελευθερία
και ακόλουθα συνειδησης
στα γιατί που  ‘γίναν κτήνη λυσσασμένα για απαντήσεις 
είναι μέρες της κρίσης 
γι’ αυτό και εγώ το χάρηκα που χάλαγα την μέρα σου 
και οι μπάτσοι αν δεν είδες προστάτευαν τη μιζέρια σου 
και σίγουρα των ψήφων τα λερωμένα χέρια σου.
Με ποιο πλευρό κοιμάσαι του δικαίου αυταπατάσαι 
ρίχνοντάς σου στάχτη μέσα στα κενά σου μάτια 
από της γενιάς τη τέφρα που κατάντησαν κομμάτια 
αυτοί που ξεπουλιούνται για μια ακόμη  αλλαξιά  
κι όταν κοιτάω να λιώνουνε σαν μύλος την βορά 
τότε περνώ για κτήνη των ανθρώπων τα μυαλά
είναι όργανα του κράτους που τα τέρατα γεννά
και ίσως μια μέρα εσκεμμένα φάω κάποιο από αυτά
μιλάω για τις μέρες 
με χαραγμένα ονόματα επώνυμα στις σφαίρες 
Οι στημένοι λαοπλάνοι
μόνος ρόλος που αρμόζει μπρος στην καπνισμένη κάνη
σε κοινωνικό μεδούλι από πλούσιους ψηλομύτες
ο πιο μεγάλος πάτος οι επιφανείς πολίτες
είναι μισο-ζωντανοί μέσα από του καπιταλισμού
τη πελώρια πυραμίδα
το ένστικτο της τάξης η τροφική αλυσίδα
και από όλα όσα είδα πάντα με κρατάει φοβία
πως είμαι μέσα στο κλουβί και γύρω με φυλάν θηρία.
Με σαφές διακριτικά και αφού τα χαρακώματα δεν είναι διακριτά
ετοιμάζω το μυαλό μου όπως όπλο μες το σώμα 
με τα χέρια ψηλαφίζουν μα δεν βρήκανε ακόμα
στη καταστολή που στήνει το ανθρωποφάγο δόγμα
τριγυρνάω ακονισμένος και εξαπλώνομαι σαν φόλα
σε σωθικά οργανισμών
η απόσταση βολής μου είναι το χάσμα γενεών
Και αυτή η βλασφημία μου
κράτα την αλώβητη σαν υστεροφημία μου
είναι η ακλόνητη γενναία παρρησία μου 
και άσε την σκόνη απ’ την άμβλωση τα αστέρια να καλύπτει
σε ακόμα ένα περίπατο στον άψυχο πλανήτη.
Και αν γίνει πόλεμος αλήθεια μου φαίνεται σαν λύση 
είναι έπος του εμφύλιου στην αστική μας φύση




ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΑΠΟ ΞΕΘΩΡΙΑΣΜΕΝΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ
Είχα την ίδια στάση ως την μέρα που θα ερχόσουν 
κράταγα αντίσταση σε τόπους και σε ανθρώπους που φοβόσουν 
ανάβοντας φωτιές μέσα στο σκότος να με δεις
ξερίζωνα τα σύνορα από τα χώματα της γης.
Ανοίγοντάς σου χώρο να σου χαρίσω την υδρόγειο 
κι αν το παρόν μου μοιάζει
κάτι στίχοι που είχα ακούσει σε παιγμένο ανεμολόγιο
εκτός καιρού του κλίματος τα λόγια μου είναι  ξέμπαρκα
μα αλήθεια δε το πίστεψα και σε καλούσα έμπρακτα
τραγούδαγα  για εσένα μήπως και σε γαληνέψω
να μπω μέσα στον ύπνο χρώμα απ’ το όνειρο να κλέψω
Για το λόγο του νοήματος
την αρμονία του χάους, όπως και αυτή του σύμπαντος
και αφού μου έγινες μούσα
φανταζόμουν νέα μέρα όσο νυχτοπερπατούσα 
στο μυαλό μου άκουγα ήχους
σαν τα πιο  όμορφα τραγούδια με τους θυμωμένους στίχους ,
για μια εικόνα απ’ το μέλλον, στο παρόν αναλαμπές
σαν φαντάσματα γυρνάμε μέσα στις χρονορωγμές
Και γινόμαστε ποτάμι που φωτιά ξερνάει μπροστά τους 
οργισμένο σαν κυλάει μπρος στα πεζοδρόμια τους
 και πετάω να ‘ρθω κοντά σου
να κρυφτώ μέσα στα φουστάνια που φωλιάζουν τα παιδιά σου
κοιτάω το όνομα σου που ξεθώριασε σε τοίχους και τα κατορθώματά σου
σε σελίδες σκονισμένες τα φυλλάσει η ιστορία 
γι’αυτό το λόγο ψάχνουν να μας στήσουν στη πλατεία
και τριγύρω μας φωτιά 
για μια μάγισσα μιλάνε που μισεί τον βασιλιά
και όλο το παλάτι ακόμα 
τώρα που έμαθα στο μαύρο πως χωράει κάθε χρώμα 
ένα αύριο σκιτσάρω μες στο αίμα πινελιές 
σχεδιάζοντας το μέλλον με όσα έγιναν εχθές 
και όμως νόμιζα σε είδα κάπου πίσω απ’ τις φωτιές 
καθώς τα μάτια τσούζανε μες στους καπνούς που αυξάνανε
 σειρήνες που ηχούσανε λες και τα κτίρια ουρλιάζανε
 ήταν όλα τους ρευστά  μοιάζανε  με κεριά που στάζανε
μπρος στις δυνατές φωνές μας  μπόρεσαν σε ξορκίσαν 
βρήκανε τη δύναμη αυτή που σε μισήσαν
και το ίδιο απεχθές
αναστύλωσαν τη πόλη όπως ήτανε και εχθές
και έτσι αγρίεψαν ακόμα δυο φορές
τώρα υφαίνω στη φωλιά μου ώσπου να βρω αφορμή
 ανασύροντας δυνάμεις ξαναστήνοντας γιορτή
 αν το κουράγιο περισσεύει
και όσο τα χρόνια φεύγουνε ο νόστος λιγοστεύει

 

Στίχοι - Χωρίς κανόνα

απο τον δισκο : Η όξινη βροχή λεκιάζει τις αυλές σας 


Σπόρος

Ακολουθώ σινιάλα σήματα πειρατικά
είναι ο τρόπος της ζωής μας και έχει αντίπερα θεριά
τι κι αν κόψεις τα κεφάλια εμφανίζονται διπλά
μέσα σε εστίες ανομίας αναμένει η φωτιά
και γύρω μας της πόλης μας σημεία μελανά
που ανάβουν φώτα κόκκινα και το μυαλό μεθά
είναι γριά και μίζερη μα φωταγωγημένη
ή θα τα αλλάξουμε όλα αυτά ή παραμένουμε σκυμμένοι
και αυτό είναι το δίπολο
αποφεύγοντας το χάραγμα την πρωινή περίπολο
μέχρι την ουτοπία μας αυτή είναι η εκδίκηση 
και η νοοτροπία μας μια ενθεογενής 
στάλα απ’ την ουσία μας σαν σπόρος μες την κόλαση 
καρπός μετά της γνώσης φορέας του φωτός έτσι θολώσανε τα μάτια τους 
τις γλάστρες μην ακούς παινεύουνε τα αγκάθια τους.






Aπλά ένας περίπατος

 Έρχεται ο ήλιος με τις άκρες του τον ουρανό νοθεύει
 τα αστέρια τρεμοχάνονται πενθώ που η νύχτα φεύγει 
 και ο πρώτος ήχος που έρχεται σα ρίγος μ΄ αγριεύει 
 ώσπου να φτάσουν θόρυβοι να είναι ανακατεμένοι 
 η πόλη μόλις ξύπνησε δειλά αργοσαλεύει 
 καθένας με το λόγο του που είναι κατεβασμένοι 
 οι αγνώστοι μεταξύ τους κάνουν ίδιο συνειρμό 
 στον ειρμό του ο καθένας σ άλλο βηματισμό 
 εκεί κρατώ απόσταση μελέτη μου είναι σκόπιμα 
 η ανθρώπινη υπόσταση με ποια νερά ξεχύθηκε 
 ενδιάμεσα τον φέρανε και στην αρχή τους πνίγηκε 
 κάθε έναν τους κοιτώ σαν έχει ασχολίες 
 χαρούμενοι που εντάσσονται σε σύγχρονες δουλείες 
 η πόλη σαν μυαλό και αυτοί κινούν πληροφορίες 
 εξωθώντας ρεύματα μητροπολιτικά 
 μα αυτό το οικοσύστημα χορταίνει αρπακτικά 
 ένα σμήνος ηλιθίων που ζητάει θηλαστικά 
 να αντέχουνε σαν σκλάβοι και μαζί ελκυστικά 
 είναι ο ρόλος του να πλάθει τις ωφέλιμες του τάσεις 
 έτσι ώστε να αποκλείει τις παρεμφερείς διαστάσεις 
 από δαύτους ερεθίσματα πάνω στων πεζών 
 διαβάσεις πλαγίως του επικίνδυνου μεγάλου οδοστρώματος 
 καταλήγωντας τροφή του μεγάλου στόματος 
 η μασέλα πολυτελείας που την ενέργεια γεύεται 
 και όταν σταθείς σε ανάπαυση ξέρει να σε εμπορεύεται 
 μα όλοι τους μακάριοι 
 αποσκοπεί η σκέψη τους στο πώς να γίνουν άριοι 
 κοιτάω την ανθρωπότητα πως πιάστηκαν αρχάριοι 
 εδώ και κάτι αιώνες μες τους οποίους έρπεται 
 με αλαζονεία φέρεται γι΄αυτό και παρεκτρέπεται 
 ο άνθρωπος ιός ο οποίος εξαπλώνεται 
 γυρεύω το αντίσωμα στο οποίο εξαρθρώνεται 
 και απλά παρασιτεί 
 πάνω στη γη τη στέρεα με βία να επιβληθεί σπιλώνοντας τη φύση 
 ενάντια στην μήτρα που τον ίδιο έχει γεννήσει
να νιώθει προηγμένος και ότι αυτός έχει νικήσει
και αφού μας καταπάτησε ο πρώτος που στοιβάξανε 
θεμέλιός τους λίθος με ένα θεοκρατικό 
για να επιβάλουν ύφος έχουν οι πρόποδες σκοτάδι 
όταν τα κτήρια αναδύονται στη κορυφή ο εγκέφαλος 
και εκεί ήταν ενίοτε ώστε να στέκουν πλάσματα 
από κάτω και να φθείρονται αυτή είναι η αλήθεια 
και έτσι πρέπει να λέγεται καθώς νιώθω το σώμα μου 
στα χρόνια να διαστέλλεται απέκτησα ιδιότητα 
μια έμφυτη κατάρα μες την κανονικότητα το χρόνο να παγώνω 
του κάθε ενός τη σύσταση μπορώ και ξεδιπλώνω 
και απ’ τα συστατικά ένα συμπέρασμα ειπώνω 
τον άνθρωπο ως ύπαρξη απλά απαξιώ 
μου μοιάζει ένα πείραμα που το παρατηρώ 
άλλοτε μόνο του κινείται είτε μετέχω σε αυτό 
και άλλοτε από της φύσης τα στοιχεία φθείρεται 
σε όποιο και αν πάρει σχήμα και νομίζει εξελίσσεται
μες το παρόν που στέκομαι 
το μέλλον πια ξεκάθαρα τώρα καταλαβαίνω 
ακόμα ένα πτώμα σε ένα κόσμο πεθαμένο 
μες την όλη δυσφορία που την πλάση έχει γεμίσει 
ό,τι ζούμε είναι ειπωμένο στα πιο άρρωστα βιβλία 
άλλοι το λένε επίτευμα και άλλοι δυστοπία 
σκεπτόμενος πως μπόλιασε η τόση δυστυχία 
θα καρτεράω το άγγιγμα να ‘ρθει απ’ την εντροπία.










Είναι κάτι που

Κάτι αγαπάει τον αδερφό σου τη μαμά και τον εχθρό σου 
θα γίνει η σκιά σου μονάχα όταν δεις το φως σου 
κόντρα στην τυραννία η πρόωρη ωρίμανση σπρώχνει στην ευφυΐα 
που είναι με την παράνοια συγκοινωνούντα δοχεία 
μα αν είναι χάος άσ’το θα γεννήσει αρμονία 
τι κι άμα σου χαρίσανε θέση στη κοινωνία 
χρίζοντας σου παρεκκλίνουσα τη συμπεριφορά 
μα τους αποστειρωμένους μην τους παίρνεις σοβαρά 
κι αν αρκεστείς μαζί τους δε χαρίζει η φθορά 
όλα όσα σε μειώνουν σα ζωή θα το πουλά 
σύμφωνα με ότι είχε μέσα στο νου του 
είναι του κακού η ρίζα για να ανθίσει τους καρπούς του 
καταστέλλει τις κινήσεις μα τι είναι αυτό στην αλήθεια 
διαμορφώνει συνειδήσεις κάτσε απλά και αναλογίσου 
αν τα όνειρα που κανείς είναι αλήθεια η άποψη σου 
ή τα θέλω που μπολιάζουν για μια ανώτερη ζωή 
κατά βάθος είναι ο τρόπος που ασκούν υπεροχή 
μια μάζα ομοιόμορφη δίνει την ευκολία ώστε να χειραγωγηθεί 
είναι πλασιέ της αφθονίας η ζωή υποτιμημένη 
σε μια πρόβα αυτοκτονίας σπέρνει αλλοτριώνοντας στοχεύοντας εφήβους 
ο βιασμός του πνεύματος εγκυμονεί κινδύνους 
από την όξινη βροχή βγήκαν οι πιο σκληροί του είδους 
και έτσι διαχωρίζεσαι σε εσένα και σε εκείνους 
και είναι η αποξένωση αυτή δε σε κατανοούν έχουν διάλεκτο κοινή 
στη γλώσσα τη δικιά τους μιλάει η tv ο μπαμπάς και η μαμά σου 
ήταν απλώς μια μηχανή να γεννήσουν ένα σκλάβο το είχανε σαν εντολή 
και έτσι όπως θα συνεχίσουν σύμφωνα με τη γραμμή 
είναι ο φόβος για το άγνωστο που σε περιορίζει 
και ο θεός που σου 'πανε πως θα σε τιμωρήσει 
είναι του δάσκαλου η βέργα που ασκεί την εξουσία 
και η οπτική γωνία σου σαν στέκεις τιμωρία 
πάντα απεγνωσμένος να γυρεύεις την παιδεία 
ο τρόπος όπου ζεις είναι και η στάση που θα έχεις μέχρι να επιτεθείς 
ή έστω να το αντέξεις τρέφονται με εσένα να καλύψουν τις ορέξεις 
μυαλά φοράνε σάβανα και διατηρούν συνείδηση όμοια με φαντάσματα 
ανάλογα ποιος δάσκαλος σου έμαθε τα γράμματα 
και αναρωτιέσαι όλοι τους τι έχουν στο κεφάλι 
ένα μυαλό που χύνεται τραβώντας τη σκανδάλη.














Ένα τέλος αντάξιο
 
Κοιτάζοντας αδιάφορα 
αδιάφορες φωτογραφίες απ’ τα σχολικά μου χρόνια 
αναπολώ τον καιρό εκείνο που περίμενα πεισματικά να τελειώσει 
μαζί με το σχολείο μήπως σταματήσει ο βιασμός σκέφτομαι πως 
αν τελικά είχα καταφέρει να ξεκληρίσω το σχολείο 
οι εικόνες ετούτες θα είχαν κάποιου άλλου είδους χρηστική αξία 
για τα δελτία των εννιά και τους αστυνομικούς φακέλους 
θα αποτελούσαν κάποιου είδους σαν στοιχείο. 
οι γονείς μας είναι οι άνθρωποι που οριοθέτησαν την αποτυχία 
σε ένα σύστημα ευκαιριών αρκεί να είσαι σκυμμένος αιμοδιψής 
και προπάντων σιωπηλός μα αν αναλογιστούμε τους ανθρώπους που 
θέλαν να πλάσουν θα τους κρεμάγαμε για αντεπαναστάτες 
τα δικά σου παιδιά ξεψυχήσαν από τη πρώτη φορά 
που ξεστομίσαν τη λέξη μητέρα 
έπαψα να κοιμάμαι ανήσυχα από τότε που αποφάσισα να τα γαμήσω όλα 
οι αποτυχίες μου μαζεμένες πλάι στη διαφορετικότητά μου 
αποτελούν ένα τεκμήριο πως αυτό εδώ το σύστημα 
δεν είναι καθόλου τέλειο εκτός από σκλάβους και αφέντες 
γεννά και ένα μάτσο σκατά είμαι ένα κινούμενο μανιφέστο 
δίχως φανφάρες για προλετάριους και δυσνόητες λέξεις 
που αδυνατεί να κατανοήσει όλο το προλεταριάτο μαζί 
μάλλον και η ίδια μου η ζωή είναι μια μικρού μήκους ταινία 
που αναζητώ ένα τέλος αντάξιο και την εκδίκηση του πρωταγωνιστή.







Πόσο γελοίοι είναι όλοι

 Φωνάζω κάτω από τα μπαλκόνια των χρεωμένων νοικοκυριών 
 με θεμέλια βαλμένα στην ευημερία καιρών 
 η κοινωνική ειρήνη είναι παράγωγο αυτωνών 
 των λαοπλάνων που συστήθηκαν σαν σοσιαλισμό 
 και σε έμπασαν στα όμορφα στο καπιταλισμό 
 και αφού ξεπείνασες στα πόδια τους ένα και το αυτό 
 και εμένα μου φαντάζουνε ετούτο τον καιρό τόσο γελοίοι όλοι 
 δεν βγαίνει το σενάριο και στράβωσαν οι ρόλοι 
 γελοίοι είναι στα σίγουρα εκείνοι που σταυρώνατε 
 βρεθήκατε μετέπειτα τους ίδιους να μουτζώνετε στην ίδια κατάσταση 
 οι χθεσινοί χορτάτοι που τώρα έχουν δάνεια και φουντωμένο άχτι 
 εκείνους που στα σίγουρα τους είδα να σιωπούν 
 τώρα δεινοπαθήσανε και με κατανοούν ή στέκουν στη χειρότερη 
 να κάνουν πως μ’ ακούν πάντως όταν χτυπήσεις τράπεζα όλοι σε χειροκροτούν 
 γελοίος μου φαινόσουνα σαν ξέσκιζες τα πόδια σου 
 μες στις αυλές με τάματα σε χρόνια που σε τρέφανε 
 με άρτο και θεάματα τώρα λιγοψυχάς το χθες σε είχε θύτη 
 και έμαθες να οικονομάς σαν όλους τους λεγάμενους 
 σωτήρες επιτήδειους και τους παρατρεχάμενους 
 όμως αυτοί οργώσανε το δρόμο μες την κούτρα σου 
 βάση αυτών πορεύεσαι τώρα σκατά στα μούτρα σου 
 μα ακόμα και απ' τα δύσοσμα κι ακάθαρτα ελλείμματα 
 στο πιάτο όπου έγνεψες σερβίραν μόνο θρύμματα 
 τον προβληματισμό σου μουρμουρίζεις με κολλήματα 
 το πρόβλημα σου είναι πως για όλα τα ερωτήματα 
 αναζητάς τους τρόπους για να λύσουνε τα μάγια 
 ξέρεις τη συνταγή μα σε ταΐζουν με αποφάγια από τα αφεντικά σου 
 εκείνα καθ' ομοίωση φτιάξαν την αφεντιά σου 
 η απληστία σε έτρεφε μονάχα έως ότου 
 τώρα γυρνάς στα βασικά με το αίσθημα του ασώτου 
 τώρα που πέφτει η τάξη σου φοβάσαι πιο πολύ 
 μη μοιάσεις με το μετανάστη που έβλεπες σαν ξενιστή 
 γαμημένε μικροαστέ εγώ το χαίρομαι πολύ 
 η κρίση που σε δέρνει είναι ευκόλως εννοούμενη 
 που ξέρεις αν τα φέρει να βρεθούμε συγκρατούμενοι 
 να αφήσουμε διάγνωση να κάνουν διανοούμενοι 
 αναλυτές πρεσβύτεροι και συνεπικουρούμενοι 
 φτύσε να ‘παν στα γένια εσένα που οι αφέντες σου 
 τραβάγανε τα γκέμια σαν μαριονέτα δέξου το, 
 μέσα στο παλκοσένικο μες το σκαρί σου το θυμό 
 φυλάς τώρα σαν ένοικο θυμάμαι όταν τα θύματα 
 τα είχανε για θύτες παγανιά στις γειτονιές 
 σε αγανάκτηση οι πολίτες να ψάχνουν για υπαίτιους 
 για αυτή την εξαθλίωση που αν ήταν όλα εντάξει 
 θα ήσουν σ' αλλοτρίωση με όσα σου προτείνουν 
 σε πλήρη αφομοίωση στον ατομικισμό που σου προσάπτουν για επιβίωση.









Τυφώνας

 Εδώ μες τη σιωπή μες τη σιωπή της αναμονής ένας πιτσιρικάς ξεφώνισε:
- έρχεται ο τυφώνας, έρχεται ο τυφώνας
έπειτα όλοι πεταχτήκαμε έντρομοι.
στη συνέχεια μια ώριμη τσιρίδα αναφώνησε
- πάμε να τον συναντήσουμε όλοι στο λόφο να τον προϋπαντήσουμε...
Kαι ο τυφώνας ήρθε και σάρωσε






Mήνυμα απ το μέλλον

Eδώ είναι ο κάτω κόσμος αυτό που λέμε κόλαση 
και η βάα στους ορίζοντες που εκτέθηκε η όραση 
είναι η επιβίωση μοναδική απόδραση
και ο πάνω κόσμος νότισε δηλητήρια στα σύννεφα
μα εδώ η ανοσία θα σε διατηρήσει ψύχραιμο
όσο λειτουργούν θηρία
που στην τελική αν τους μοιάζεις δεν έχει σημασία
να παραμένεις άνθρωπος φαντάζει παρελθόν
γαλουχημένοι χρόνια σε ένα σύστημα αξιών 
που ήμασταν όλοι μέσα 
πριν μας καταπιεί μας έγδαρε την μπέσα 
ο πάτος ανασύρθηκε καρφώθηκε στο αύριο 
το σήμερα είναι το μέρος από όσα είδα πιο άγριο 
υπέστη εξαθλίωση και αυτά είναι δεδομένα 
τα κάποτε πρωτόγνωρα και έπειτα τετριμμένα 
τώρα μια βόλτα κλασική μια μέρα στο πυθμένα 
αναζητάς τροφή και είναι συνηθισμένα 
είναι των καιρών σημεία 
εδώ κανείς δε μάχεται ποτέ με την καμία 
κανένας δεν ελπίζει σε καμία ουτοπία 
το εγώ του είναι ό,τι έχει και είναι όλα διαιρεμένα 
στους εφιάλτες που είχαμε δε βρήκα διαφορά 
επαληθεύτηκαν τα λόγια όσων έβλεπαν μπροστά 
λέγαν για ανθρώπους και αξίες και την ολική φθορά 
παιχνίδι ήταν και η βία στα ασυνείδητα παιδιά 
αφού στέρεψε η παιδεία η ρακένδυτη είναι η μόνη εικόνα
που είναι οικεία και αυτοί που έχουν λόγους να κοιτούν με νοσταλγία 
περασμένα μεγαλεία στους λοιπούς δεν παίζει μνήμη 
μιλάν μόνο τα ένστικτα και όποιος επιμείνει 
οι σφαίρες μας κοστίζουν πιο πολύ και απ' τη ζωή 
καμιά εμπιστοσύνη πάνω σ' αυτά τα χώματα οι ομαδικοί 
οι τάφοι κάποτε ήταν χαρακώματα ώσπου επιβλήθηκαν 
τα υψηλά τα στρώματα τώρα μονίμως έχουν δάχτυλο μες την σκανδάλη 
είναι μαστίγιο η εξουσία ή στα χέρια τους σκυτάλη 
άκουσε το μήνυμα και αποστήθισέ το 
έπειτα σ' όλων τη συνείδηση καλά διαμέλισέ το 
πως οι ευθύνες για το μέλλον είναι κοινές κατάλαβέ το 
αν αλλάζει δε το ξέρω μα απλά προσπάθησέ το 
η ιστορία όταν πυκνώνει είναι που γυρνάει σελίδα 
γράφει ο φόβος και ο τρόμος τότε υπό την αιγίδα 
εγώ είπα όσα έμαθα με όσα κοντά μου είδα. 








Kλειδωμένος εαυτός

Έτσι το ζητούσε και το ήθελε η εποχή 
και για το κοινό καλό μας σπουδαγμένοι ειδικοί 
στήσανε για το καθένα ένα προσωπικό κελί 
οι γονείς σου το προσφέρανε απ’ τη πρώτη σου γιορτή 
για να σε προφυλάσσει απ’ό,τι με τα γούστα τους 
σε σένα δε ταιριάζει δεσμώτης μέσα να 'σαι 
στο άφησαν κληρονομιά νιώθεις κάπως να σε πνίγει 
η ζεστή τους αγκαλιά σου μοιάζει όμως οικεία 
σαν τα στενά τοιχώματα θυμίζουν λογική 
που αν θες να δραπετεύσεις ή αν έχεις το κλειδί 
θα φαντάζει απλά ένα μέρος και ο κόσμος φυλακή 
και έτσι την ελευθερία την περνάς για μοναξιά 
και ταυτίζεις ιστορίες με θηρία παιδικά 
που κάτω απ΄ το κρεβάτι σου την στήσανε ξανά 
δεινά πάνω στο διάβα σου μα ο νους σου τα γεννά 
κενά μείναν τα όνειρα γεμίσαν τα κελιά 
τη ζωή σου υποβιβάζεις δίνεις χρόνο για δουλειά 
δε μετράς το ηθικό σου μα μετράς την ηθική 
μέχρι και στην κριτική σου έχεις άλλου την φωνή 
φωνές που όλο σου λέγανε αγάπα το κελί σου 
μες το οποίο ήσουνα από όταν μπουσουλούσες 
έπειτα ορθοπόδησες μοναχό σου ξεπουλούσες 
στολίζεις την μιζέρια σου ντεκόρ που το κρεμάς 
παρέα με τα πτυχία σου και σ' αυτά μιλάς 
τα ακούς να σου απαντάνε 
χωρίς αυτά πως θα 'σουνα μηδέν που το πατάνε 
τρομάζεις την αυγή το φως τα ξημερώματα 
μοναδικό παιχνίδι σου οι σκόνες στα πατώματα 
και η έμμονη ιδέα σου τα υψηλά τα στρώματα 
γι’ αυτό έχεις αβάντα 
μαζί με το κουστούμι σου μια ακριβή γραβάτα
εξαρτιέσαι από θεούς που μετά αντί για αυτούς 
στους τοίχους του κελιού σου ζωγραφίζεις αριθμούς 
και έναν έναν τους μετράς σαν φυσικό του χρόνου πλάσμα 
είναι η ώρα που γερνάς σβήνουν τα φώτα του θαλάμου 
και ενώ η σιωπή έχει πιάσει τρέμεις να μη σε βρει η σκέψη 
και σε ξεμοναχιάσει κοιμάσαι και ονειρεύεσαι ξεφεύγεις απ' αγρίους 
με άρματα φλεγόμενα πετάς σαν τους αγίους 
τους τόπους επισκέπτεσαι που δεν έχεις φραγμούς 
τους ρυθμούς σου καθορίζεις και επιλέγεις τους αργούς 
ξυπνάς μες την αλήθεια σε θάλαμους υγρούς 
με τους συγκρατουμένους κλειδωμένους εαυτούς.











Ανθρώποι κι ανθρωπάκια

Ανθρώποι κι ανθρωπάκια υπόκωφα τσακώνονται 
νικάνε με χαπάκια διατηρούν σε φόρμα 
την κοινωνικότητα τους και είχαν όνειρα μια μέρα 
να μοιάζαν στα αφεντικά τους είναι ηλίθιο σκεπτικό 
μα ακόμα πιο παράξενο μέσα στα σωθικά τους κουβαλούσαν πεπτικό 
κατάπιναν αμάσητο τον ολοκληρωτισμό 
που την ήσυχη ζωούλα τους κρατάνε σαν θεσμό 
ανέπαφοι με σχέση τον καταναλωτισμό 
είναι όλα έργα τέχνης μέσα από το μηχανισμό 
δεν μου βγαίνει να γελάσω μπρος σ’ αυτό το χορατό 
είναι ο ρόλος του χαζού μπροστά στην επιστήμη 
του ατομικισμού φροϋδικά αφηγήματα 
είναι η δομή του τρόπου που χειραγωγούν τα νήματα 
χαλιναγωγώντας τους ζωώδη συναισθήματα 
καταντάν νοικοκυραίοι και βγαίνει αίμα ανθρώπινο 
τα βράδια από τα φιλήσυχα σπιτάκια όταν περνώ 
οι τοίχοι τους ακούω μες την μιζέρια σύρονται 
και έπειτα τους πλακώνουνε όπως τις συμπληγάδες 
και πότε απέκτησαν στο μέτωπο του ηλίθιου ραγάδες 
είχα όνειρα και εγώ 
έλεγε κάποιο που στα αυτιά μου είχε φτάσει ουρλιαχτό 
ότι σπάραζε θυμάμαι μα δεν πήρανε χαμπάρι είναι αφοσιωμένοι 
σε ένα γεύμα οικογενείας και η τηλεόραση αναμμένη 
ή σε μια τυπική ανέραστη συνεύρεση καθημερινή 
και ίσως αυτό να τους συνθλίβει ακόμα πιο πολύ 
δημιουργώντας τους το αίσθημα ωμότητας 
θα μείνουν νοσταλγοί της παιδικής τους αθωότητας 
μα για να μην πονέσεις κάνε βουτιά στο ψέμα 
που λένε ανθρώπινες σχέσεις το πανηγύρι έχει όρους 
μια μάσκα να φορέσεις κατέληξε ένας νέος 
κάτοχος πτυχίου και προπάντων εμφανίσιμος 
που λένε οι εφημερίδες μα δεν είδες ποτέ φως 
δεν θα το νοσταλγήσεις δεν ξέρεις τι συμβαίνει 
δε ζητάς και εξηγήσεις 
κοίταξε τι γίνεται και αναλόγως φέρσου 
ένα πτώμα επιπλέει μες τη κούπα του καφέ σου 
στη θέση του ο καθρέπτης σου μπροστά του αναφέρσου
εγώ τους είδα αυτούς τους 
έζησα τους μίσησα μελέτησα τη στάση τους 
μετά τους υποτίμησα πιο σιχαμένοι εκείνοι που κοιτάγαν τη δουλειά τους 
βηματιστά ακολούθαγαν πιστά τα πρότυπα τους 
το εγώ τους η καριέρα τους και η οικογένεια τους 
για αυτό μη μου λες τις βλέψεις σου γνωρίζω τι σε έπλασε 
όμοια να διάβαζα τη σκέψη σου που έχει διαμορφωθεί 
φέρει πάνω τη σφραγίδα του κατασκευαστή 
και πιο σημαντικό είναι να μην μιλάς για αγάπη 
είναι παρανόηση απ' την ουσία στο χάπι 
στα πλαίσια χορήγησης καταπραϋντικών 
καθώς έπεται μάχη κεκλεισμένων των θυρών.








θα φτύσω στους τάφους σας

 Ιδρώτας αργοστάζει κάτω από τις κορώνες σας 
 νέα επεισόδια τρόμου απευθείας στις οθόνες σας 
 θυμάμαι μια ζωή σκόνταφτα πάνω στους κανόνες σας 
 μα όταν θα μεγαλώσω θα φτύσω πάνω σε τάφους 
 τώρα στης γης μπουσούλαγα τους γκριζωπούς κροτάφους
όντας μικρό γρανάζι στεκούμενος με επίγνωση 
σε πλήρη αμηχανία που ο πενιχρός μου θόρυβος θα φέρνει ημικρανία 
στις γύρω μηχανές σαν πνεύμονες σε σύστημα με κύκλωμα αχανές 
που οι φωνές απ' τις γιορτές υπάρχουν να καλύπτουνε 
του κράτους τις ριπές το τοίχος επεκτείνεται κρύβει το λυκαυγές 
στον καθωσπρεπισμό σκοτώνουν διαυγές 
μυαλά που τα ξοδεύουνε τα καίνε σαν το ρεύμα 
μπροστά απ' τη τηλεόραση
μα αρκεί να σε ωριμάσει μόνο μια εποχή στη κόλαση 
συνάμα με τα μάτια ανοίγει κι η ενόραση 
στου όχλου την συμφόρηση κρατά την τρίτη όραση 
σηκώνει αμαρτίες η εποχή και όχι συγχώρεση 
σε σκυμμένους όπου ζούνε μια ζωή ταριχευμένοι 
απ' του χρόνου τους την καύση βγαίνουν απανθρακωμένοι 
κ όσοι γλίτωσαν θα βγουν στους δρόμους διαολεμένοι 
στην ιδέα της εκδίκησης όλοι σαγηνεμένοι 
κι ας γίνουμε αν χάσουμε τροφή για τα θηρία 
θα 'ρθει ξανά ο καιρός να γράψουμε ιστορία 
να γίνουμε η είδηση σε όλα τα δελτία παιδεία 
μας η βία και οι σελίδες οι κομμένες από τα σχολικά βιβλία ως την τελική ευθεία
γυρεύω το σημείο που δεν έχει επιστροφή 
οι πιο μεγάλοι μαστροποί δίνουνε χάπια ισορροπίας 
και φορούν άσπρη στολή στα χρόνια της πορνείας 
εκδιδόμενοι οι πάντες όντας μέλη κοινωνίας 
ευνοημένοι εκείνοι σε σαλόνια ακριβείας 
οι υπαίτιοι μπροστά μας είναι της μπουρζουαζίας 
και αφού η συνείδηση με σάρκα διάλεξε να συγκρουστεί 
μοιάζει με βία σχολική η τάξη με την τάξη για το ποια θα επιβληθεί 
ειδάλλως να επιζήσει για να ευημερήσει ο άνθρωπος πρώτα πρέπει να θερίσει 
κεφάλια βασιλιάδων και όλοι θα είμαστε ίσοι ανέκαθεν σαν πόλεμος ίδια ήταν η ζήση.








Ανθός
 
Ο νέος φάκελος δεδομένων πληροφοριών 
έχει επίπτωση στο σύστημα των υπόλοιπων λειτουργιών 
κατά τον αποπρογραμματισμό με βία ανασυντάσσει 
όλα όσα έχω στο μυαλό το μέτωπό μου καίει 
και ανεβάζω πυρετό μετά από αυτό 
ξυπνώ βλέπω το νόημα οικείο 
μέχρι και το παραμικρό 
τα λόγια του θηρίου και ήχους που φτάνουν μέχρι εδώ 
ως και το πιο μικρό γρανάζι 
θραύσματα ακτίνων αιωρούνται καθότι γύρω σκοτεινιάζει 
βλέπω των αστικών το φως που στην υγρασία βουλιάζει 
κάνει το σούρουπο πιο μίζερο και με επηρεάζει 
η γύρω ματαιότητα που με κοιτάει με νάζι 
είναι μια γλώσσα προγραμμάτισης που εγώ δεν την μιλώ 
μοιράζει τα κομμάτια του και είναι μεθυστικό 
τούτο εστί το σώμα του έπειτα γέρνω και ξερνώ 
ξυπνώ και σέρνομαι έρποντας πάνω στο χώμα αυτό 
έχοντας φυλαγμένο το μεγάλο μυστικό εδώ κρατώ 
κρυμμένο της γνώσης τον καρπό 
καθότι υπήρχαν βράδια που δοκίμασα και εγώ 
με μια σκέψη μόνο γύρευα μόνο την αλήθεια και η αλήθεια έχει πόνο 
αυτό και μόνο κι αν ψάχνεις για θεό 
ξεπέρασε απ' τη φύση σου τον άνθρωπο αυτό 
βγάλε από μέσα σου το άρωμα το σώμα σαν ανθό...
αυτό και μόνο.










Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: